Αναγκαστική Κατάσχεση Ακινήτου & Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος εκ μέρους Εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ενόψει κατάρτισης σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών της καθ’ης οφειλέτιδας με την διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού του Ν. 4738/2020. Η υπ’ αριθμ. 1211/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 ‘’ Αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης των συμμετεχόντων πιστωτών’’ του Ν. 4738/2020 ισχύει ότι:
‘’Από την οριστική υποβολή της αίτησης και μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περάτωση της διαδικασίας[1], σύμφωνα με το άρθρο 16, αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη, καθώς και η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136) αναφορικά με τις οφειλές των οποίων ζητείται η ρύθμιση. Εάν συντρέξει περίπτωση αναστολής της προθεσμίας για το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, σύμφωνα με το άρθρο 16, το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν συνυπολογίζεται στην αναστολή. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. Η αναστολή της παρούσας δεν καταλαμβάνει την διενέργεια πλειστηριασμού, ο οποίος έχει προγραμματισθεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία οριστικής υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη, καθώς και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης). Η αναστολή παύει με την τυχόν κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της απόφασης μη υποβολής πρότασης συμφωνίας αναδιάρθρωσης ή με την καθ’ οιονδήποτε τρόπον απόρριψη της αίτησης.»
Παρά το γεγονός όμως ότι ο νομοθέτης θέσπισε την ως άνω περιγραφείσα προστασία του οφειλέτη που υποβάλλει οριστικά αίτηση ρύθμισης οφειλών με την διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού του Ν. 4738/2020, εντούτοις συχνά παρατηρείται στην πράξη οι ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις να μην συμμορφώνονται προς την ανωτέρω διάταξη και να προβαίνουν σε εξακολούθηση ήδη επισπευθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, όχι μόνο στις περιπτώσεις οριστικοποίησης της αίτησης, αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις που επιτυχώς έχει καταρτιστεί σύμβαση αναδιάρθρωσης των οφειλών του και μάλιστα ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτή τηρείται από τον οφειλέτη με συνέπεια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η πραγμάτωση με την αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή έναντι του οφειλέτη[2]. Επομένως, λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όπως τα όρια αυτά διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Η αντίθεση αυτή, προς τα ως άνω αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, συνήθως περιλαμβάνεται στα ουσιαστικά ελαττώματα, μπορεί, όμως και να αναφέρεται στην απαίτηση ή στην περαιτέρω πορεία της διαδικασίας της εκτέλεσης[3]. Κατά την έννοια της διάταξης το άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο η μεταγενέστερη αυτή άσκηση του δικαιώματος να επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του, ώστε, μετά από αντιστάθμισή τους, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του δικαιώματος αυτού, προς αποτροπή των επαχθών συνεπειών για τον οφειλέτη[4]. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την ανωτέρω διάταξη, παρά μόνον αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος δε μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει το δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος[5]. Η κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ παράλληλα από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Συνεπώς δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή και δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη δίχως τους περιορισμούς του άρθρου 527ΚΠολΔ[6].
Με την υπ’ αριθμ. 1211/2024 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε πως η εξακολούθηση της επισπευσθείσας, σε βάρος της εφεσίβλητης-οφειλέτιδας, διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Και τούτο, διότι η ίδια η εκκαλούσα διαχειρίστρια εταιρεία, συμμετείχε στην υπογραφή της από 2-10-2023 σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών της αντιδίκου της σύμφωνα με το Ν. 4738/2020 και με τη συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στην εφεσίβλητη-οφειλέτιδα και μάλιστα ευλόγως, την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να εξακολουθήσει την ένδικη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, η οποία και, όπως είναι αυτονόητο, συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς, για την εφεσίβλητη, επιπτώσεις, όπως επιμαρτυρεί και το γεγονός ότι η εν λόγω διάδικος έχει ήδη ενταχθεί στην κατηγορία του ευάλωτου οφειλέτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 217 του Ν. 4738/2020. Η κρίση αυτή του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου, ενισχύθηκε και από τον υπ’ αριθμ. 10 όρο του επισυναφθέντος, στην από 2-10-2023 σύμβαση αναδιάρθρωσης, παραρτήματος που αφορά στους εξιδιασμένους όρους ρύθμισης της εν λόγω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων μερών, στον οποίον αναγράφεται ότι ένδικα βοηθήματα που έχουν ασκήσει οι ενεχόμενοι στην εν λόγω σύμβαση, καθίστανται ένεκα και δυνάμει της σύμβασης αυτής, άνευ αντικειμένου και ο οφειλέτης (εν προκειμένω η εφεσίβλητη) αναλαμβάνει ειδικότερα τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στην άνω σύμβαση. Επομένως, η συμμετοχή της ίδιας της εκκαλούσας στην άνω διαδικασία, η οποία και ευοδώθηκε με την υπογραφή σύμβασης αναδιάρθρωσης των οφειλών της εφεσίβλητης και η οποία (διαδικασία) αποσκοπεί στην ελάφρυνση του δανειακού βάρους του οφειλέτη και αποτελεί το πρώτο ανάχωμα για την πρόληψη της οικονομικής αδυναμίας στην όλη προσπάθεια που καταβάλλεται προκειμένου να αντιμετωπισθεί το ζήτημα της υπερχρέωσης (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4738/2020), καθιστά την εξακολούθηση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της εφεσίβλητης μη ανεκτή, καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ακόμη, κρίθηκε από το Εφετείο Αθηνών πως η εφεσίβλητη-οφειλέτιδα είχε ήδη αρχίσει τις καταβολές στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης αναδιάρθρωσης, τηρώντας τους όρους αυτής με συνέπεια και, ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για αθέτηση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από την οφειλέτιδα, αλλά ούτε και για καταγγελία αυτής από την εκκαλούσα πιστώτρια, όπως προβλέπει το άρθρο 27 του Ν. 4738/2020. Εξάλλου, η εκκαλούσα διαχειρίστρια εταιρεία, συμβληθείσα με την εφεσίβλητη στην ένδικη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, υποδηλοί ότι αποφασίζει να διαχειριστεί την είσπραξη της απαίτησής της από την εφεσίβλητη με τον τρόπο που προβλέπεται στο Ν. 4738/2020 και εκδηλώνει την πρόθεση της να περιφρουρήσει τα δικαιώματά της στο πλαίσιο των δυνατοτήτων που της παρέχει ο Νόμος αυτός, ο οποίος προβλέπει την διασφάλιση των δικαιωμάτων της εκκαλούσας πιστώτριας, για την περίπτωση που η εφεσίβλητη δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ρηθείσα σύμβαση αναδιάρθρωσης. Ως εκ τούτου, οι ήδη αποδειχθείσες επαχθείς συνέπειες, για την εφεσίβλητη, από την άσκηση του δικαιώματος της εκκαλούσας για την εξακολούθηση της αρξάμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, κατ’ αντιστάθμιση των αντιστοίχων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν σε βάρος της εκκαλούσας από την παρακώλυση της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος της, παρίστανται υπέρτερες και, ως εκ τούτου, κρίθηκε επιβεβλημένη, από το άνω Δικαστήριο η αποτροπή τους. Μετά τις παραδοχές αυτές, ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός της εφεσίβλητης, κρίθηκε βάσιμος και κατ’ ουσίαν, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί από το Εφετείο Αθηνών τόσο η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που αφορούσε ακίνητο ιδιοκτησίας της οφειλέτιδας, όσο και το απόσπασμα της ίδιας ως άνω εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης.
[1] Με την πάροδο, βασικά, διμήνου, χωρίς υπογραφή σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ή με την τυχόν, νωρίτερα, λαβούσα χώρα απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη από τους πιστωτές
Βλ. 1211/2024 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ (ΜΟΝ) ΤΝΠ Nomos.
[2] Βλ. ΟλΑΠ 62/1990, ΤΝΠ NOMOS.
[3] Βλ. ΟλΑΠ 12/2009 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 261/2017, NOMOS, ΑΠ 1873/2014, NOMOS, ΕφΑθ 3262/2022, NOMOS.
[4] Βλ. ΑΠ 385/2010, NOMOS, ΑΠ 395/2009, NOMOS, ΑΠ 381/2009, NOMOS
[5] Βλ. ΑΠ 1352/2011, NOMOS, ΑΠ 1472/2004, NOMOS, ΕφΑνατΚρητ 210/2023, NOMOS
[6] Βλ. ΑΠ 468/2022, NOMOS, ΑΠ 1315/2020, NOMOS, ΑΠ 760/2019, NOMOS, ΑΠ 691/2018, NOMOS